Μαντινάδες

Η μαντινάδα ή πατινάδα ή κοτσάκι είναι ποίημα που αποτελείται από δυο στίχους που συνήθως είναι δεκαπεντασύλλαβοι σε ομοιοκαταληξία ή και τέσσερα ημιστίχια που δεν ομοιοκαταληκτούν απαραίτητα. Αποτελεί μέσο αυθόρμητης λαϊκής έκφρασης σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, κυρίως όμως ως κατηγορία του νησιώτικου ελληνικού τραγουδιού στην Κρήτη, που είναι ξακουστή για τις μαντινάδες της.

Posts Tagged ‘μουντόκωστας

Κώστας Μουντάκης

without comments

Τι να πεις για τον Μουντόκωστα; Η θεία μου τον θυμάται σε μια συναυλία στο κηποθέατρο στο Ηράκλειο να έχει έρθει στο κέφι και να σηκώνεται και να παίζει την λύρα όρθιος, κρατώντας την και παίζοντας με το αριστερό χέρι. Άρχοντας και μερακλής, πρόβαλε την κρήτη και την κρητική μουσική όσο λίγοι.

Πέθανε παραμονή πρωτοχρονιάς του 1992 και ένα από τα τελευταία τραγούδια που μας άφησε είναι ο υπέροχος Αποχαιρετισμός.

Written by mantinades

Ιουλίου 25, 2008 στίς 1:19 μμ

Ένα πουλί θαλασσινό

without comments

Ένα πουλί θαλασσινό
ρωτά πουλί βουνίσιο
πες μου που ‘ν’ τα λημέρια σου
γιατί δε χαμηλώνεις στις όμορφες ακρογιαλιές

Μ’ αρέσει στα ψηλά βουνά
στης ερημιάς τα μέρη
να χτίζω σίγουρη φωλιά
με το δικό μου ταίρι.

Written by mantinades

Ιουλίου 20, 2008 στίς 7:45 μμ

Ευθύνη να ‘σαι Κρητικός

without comments

Φρόνιμοι και νοικόκυροι
δε ζουν στον Ψηλορείτη.
Ωπα, μα οι κουζουλοί την κάμανε
αθάνατη την Κρήτη.

Πως εγεννήθης Κρητικός
να μη βαρυγκωμήσεις.
Ωπα ευθύνη να ‘σαι Κρητικός
και ‘λεύθερος να ζήσεις.

Η λευτεριά είν’ ένας καρπός
που με νερό δεν πιάνει.
Ωπα, μόνο με αίμα θρέφεται
βλαστούς και ρίζες κάνει.

Και με τα τόσα βάσανα
τη λευτεριά αγαπώ τη.
Ωπα και στη κορφή του πόνου μου
αν θα τη βρω χαρώ τη.

Written by mantinades

Ιουλίου 20, 2008 στίς 7:39 μμ

Βοσκαρουδάκι αμούστακο

without comments

Το βοσκαρουδάκι αμούστακο είναι ένα υπέροχο τραγούδι του Κώστα Μουντάκη που ξανα τραγουδήθηκε πρόσφατα από τον Γιάννη Χαρούλη.

Βοσκαρουδάκι αμούστακο στα όρη που γυρίζω
με το σεβντά σου αγάπη μου στέκω και ντουχιουντίζω
να σε ‘βρισκα στην ερημιά μια μέρα που να βρέχει
και να’ ναι ο τόπος άβολος σπηλιάρι να μην έχει
Να ‘ρχεται μπόρα δυνατή να μη μπορεί αποσκιάσεις
και να φοβάσαι αμοναχή μη φύγω και με χάσεις

Να βρέχει να κουφοβροντά να ρίχνει κουκοσάλι
και ξεπαπούτσωτη να ‘ρθεις στην εδική μου αγκάλη
να ανοίξω το ρασούλι μου να σε σφιχταγκαλιάσω
την αναπνιά σου να γρικώ τη μέση σου να πιάσω
να ξεσκεπάσω από κορφής τα κατσαρά μαλλιά σου
να σε βαστώ και να γρικώ τσι χτύπους τσι καρδιάς σου
να λέω Παναγία μου, ποτέ μη ξαστεριάσει
και μπόρα να ξημερωθεί και να ξαναβραδιάσει
ποιός βρίχνει τέτοιο θησαυρό και θέλει να τον χάσει…

Ήλιος ποτέ μη ξαναβγεί, φεγγάρι μην απλώσει
το μυστικό τσ’ αγάπης μου μην το ξεφανερώσει